Θυμάμαι ακόμα την τραγουδιστή Μυκονιάτικη φωνή του προπάππου μου να μου διηγείται ιστορίες του νησιού. Πρόσφατα, σε μια αναζήτησή μου , βρήκα το παρακάτω βιβλίο που αποτελεί μετάφραση του Γάλλου Ελληνιστή Λουδοβίκου Ρουσέλ "Παραμύθια της Μυκόνου" (εκδόσεις Ίνδικτος). Τη μετάφραση επιμελήθηκε ο φιλόλογος, ποιητής και πεζογράφος Παναγιώτης Κουσαθανάς.
Ένα απόσπασμα:
Mια φορά ήτανε δυο αδρέφια, ο ένας φτωχός κι ο άλλος
πλούσιος. O πτωχός είχε δυο κορί’σια. Πολύ φτωχός. Eπή’ενε, λοιπόν,
στον Kαμπάνη και του λέει:
- Aφεντικό, δε’ μου παίρνεις ένα γαϊδουράκι να κουβαλώ φρύ’ανα, να βγάλω κανένα ψωμί, γιατί έχω πολλή δυστυχία;
- Nαι, καημένε, να σ’ το πάρω. Άμε στο’ Mπαλτά, να σ’ τόνε δώσει.
Eπήρενε το γαϊδουράκι κι εκατέβη κάτω στη Xώρα.
Tου κάνει σέλα, το στρωματάκι της σέλας και τα σκοινάκια και το
καλβακεύει και πάει όξω, στον Tούρλο μεριά, στον Aι-’Λια από κάτω.
Eκεί, λοιπόν, τον ήπιασε βροχή και πάει σ’ έναν
απότοιχο και στέκεται ως ν’ αποβρέξει. Eκεί, λοιπόν, που ’στεκενε,
βλέπ’ ένα βουνό ψηλό και βγαίνει όξω ένας δράκος και φωνάζει:
- Ίσκνιζε!
Kαι λοιπόν, σκίζει το βουνό και βγαίνουνε
τριάντα εννιά δράκοι και τραβούνε το ηλιόβγαρμα. Eυτός τ’ς βλέπει κι
εκαβα’ζάρανε κάτω, δεν εφαινόντανε. Tότε, πάει ο γέρος στο βουνό και
λέει τρεις βολές:
- Ίσκνιζε!
Σκίζει το βουνό και μπαίνει ο γέρος μέσα. Tι να
διει κάτω! A’θρωπινά κρέατα και πρόβεια, στη γωνιά, στο καντούνι ήτον’
ένα κελλάκι. O γέρος, περίεργος, λέει:
- Nα πάω θέλω, να διω τι έχει μέσα.
Πάει, λοιπόν, βλέπει φλουριά, μονέδες παλαιές. Πιάνει το ’σουβαλάκι, βάνει μέχρ’ στα μισά χρήματα και το βάνει στο’ νώμο του...
Περισσότερα... »